Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2007

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ.

Δεν φαντάζονται πως ζούμε.
Τι ζόρι τραβάμε. Δεν τους νοιάζει.
Δύσκολος χειμώνας.

Θα επιβιώσουμε ανάμεσα στο θηρίο της ακρίβειας και τη κοροιδία.
Θα κάνουμε υπομονή καθηλωμένοι στο τριψήφιο μισθό.

Δεν θα μπορούσαν ούτε 24 ώρες να επιβιώσουν στη θέση μας.
Οι περισσότεροι από αυτούς δεν μπορούν καν να φανταστούν τι σημαίνει
να παίρνεις ένα μισθό που κάνει ενα τσαντάκι που αγοράζει η κυρά τους έτσι χαλαρά σε μια βόλτα στη πλατεία για τη πλάκα της.

Δεν ξέρουν τι είναι να περιμένεις τρία τέταρτα στη στάση εισπνέοντας δηλητήριο και να στριγμώνεσαι ανάμεσα σε δεκάδες άλλα κουρασμένα πρόωρα ρυτιδιασμένα πρόσωπα.
Δεν ξέρουν τι καυγάς γίνεται στο σπίτι κάθε φορά που ξεμένουμε και ξεμένουμε τις πρώτες πέντε μέρες του μήνα.

Τι σημαίνει να κοιμάσαι και να ξυπνάς με την ευχή να έχεις μια κωλοδουλειά οποιαδήποτε.
Πόσα μαγικα πρέπει να κάνεις για να βγάλεις τα λεφτά για τα κωλοφροντηστήρια.
Πως μαθαίνεις να μετράς το πετρέλαιο και να υπολογίζεις με το χιλιοστό πόσες μέρες ακόμα φτάνει.

Τι βρισίδι , τι απειλές, τι εξευτελισμό ανέχεσαι από τη Τράπεζα αν τη πατήσεις και δε μπορείς να πληρώσεις.

Κι αν θελήσεις να ξεφύγεις πρέπει να κάνεις πολλά, πολλά απ'αυτά που σιχαίνεσαι και ντρέπεσαι.Να παρακαλέσεις το κάθε χαρτογιακά να τακτοποιήσει κάπου το παιδί.
Να λαδώσεις τον αλμπάνη για να πάρει το πατέρα πιο γρήγορα για το χειρουργείο.
Να παριστάνεις το καραγκιόζη στη δουλειά γιατί στο συρτάρι το αφεντικό έχει καμμιά εκατοστή εκρεμμή βιογραφικά μόλις κάνεις κιχ..

Κι όμως να μη το κάνεις... Να είσαι κάθε μέρα μια ολόκληρη επανάσταση μόνος σου.
Και να πρέπει ν'αντέχεις. Οχι τη φτώχια. Αυτή μάθαμε να τη μασάμε και να τη δουλεύουμε.

Να αντέχεις μέσα στη μιζέρια να ονειρεύεσαι με τα νιάτα τ' αλλοιώτικα, με τα λεβέντικα γερόντια, με τους λίγους που έχουν ακόμα οράματα να παλεύεις μαζί τους, να στέκεσαι εκεί ακοίμητος φρουρός στα όνειρά τους και να βλέπεις το κάθε φτωχομπινέ να τα φωνάζει αλήτες του μεν και ραμολυμέντα τα δε.

Να προσπαθείς να μιλήσεις σ'αυτόν που είναι το ίδιο βασάνης και να σε κοιτάζει καχύποπτα λες κι είσαι εχθρός του.
Να βλέπεις έναν ολόκληρο κόσμο να ζει με μια αγωνία να του κάτσει το τζόκερ ή να παρακαλάει κάποιον θεό και να τάζει λαμπάδες και σταυρουδάκια.

Κι όταν όλα αυτά νοιώθεις ότι είναι μια τιμωρία που πληρώνεις, όταν το ρίξεις στο τα βάσανα μας τα δίνει ο θεός ή κάτι τέτοια είναι άλλη υπόθεση κάτσε και φάτα.

Αλλά όταν σ'αυτή τη μιζέρια έχεις κάψει όνειρα, ταλέντα, όταν νοιώθεις την αθλιότητα, την ανοησία, την αισχρότητα στο πετσί σου σαν ξένο σώμα που σε καρφώνει, είναι δύσκολο.
Να ακούς τις σαχλαμάρες που σου λέει ο καθένας.

Να σου δίνει συμβουλές και να σου κάνει υποδείξεις ο κάθε τυχάρπαστος, ο κάθε μπινές που τ΄αρπαξε, που παντρέφτηκε μια προίκα, που έγλυψε το μπάρμπα για να πάρει μια άδεια, που έσκυψε όσο πιο χαμηλά γίνεται για να τα πιάσει, να σε συμβουλεύει ο κάθε τρελλαμένος θρησκόληπτος, να ζητάς δουλειά και να σου λέει έχει ο θεός.

Κι εσύ να επιμένεις δυνατά, πέρα απ΄όλους κι όλα να μορφώνεσαι με το υστέρημά σου γιατί θέλεις να ζήσεις να μάθεις, να πετάξεις πιο εκεί από τη μιζέρια και να γίνεσαι ο τεμπέλης που καλά θακανες να κάνεις κάτι πιο χρήσιμο από το να διαβάζεις κωλοβιβλία. Που καλά θάκανε να κάνει και καμμιά υποχωρησούλα για να δει άσπρη μέρα.

Η επόμενη μέρα θα συνεχίσει να είναι οδυνηρή για κάθε ευαίσθητο, κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, κάθε άνθρωπο που κράτησε με αξιοπρέπεια τη ζωή του και πλήρωσε το τίμημα.

Μορφωθήκαμε ανάμεσα στον ανθρώπινο πόνο. Οχι στα πουλημένα θρανία.
Ωριμάσαμε στο κόπο και στον αγώνα κι όχι στους καναπέδες και στα φραπόγαλα.

Και είμαστε πολλοί. Πολλοι περισσότεροι απ'οσους φαντάζεστε.

Ανυπάκουοι, ονειροπόλοι, καλόκαρδοι, ανθρώπινοι, ναυαγοι σ'ενα κόσμο που καταργεί ένα ένα στηρίγματά του, που τρέχει μια ξέφρενη κούρσα στο τίποτα.

Κάθε μήνα μαζεύω ένα χαρτζηλίκι για πάρτη μου όταν τακτοποιησω όλα τα υπόλοιπα, και χρόνια τώρα αυτό το χαρτζηλίκι πηγαίνει μόνο για βιβλία και σε μικρές βόλτες, όσο αντέχω στη γη που υπάρχει γύρω μου στη φίλη μου και μάνα μου.

Κάποια στιγμή μια γειτόνισα με ρώτησε, με τρόπο να μη με προσβάλει κιόλας..
Τι σου χρησιμεύουν εσένα κι αγοράζεις τόσα βιβλία?
Την κοίταξα δεν της απάντησα.
Τι να της πω? Οτι και να της έλεγα δεν θα το είχε ακούσει στη τηλεόραση άρα δεν θα πίστευε ότι είναι αλήθεια...

Ανάμεσα σ'εκείνους που σέρνετε από τη μύτη και εκείνους που σέρνονται είμαστε κι εμείς.
Κακό σπυρί στο κώλο.
Ανυποψίαστοι, τυχαίοι, χαμένοι μέσα στο πλήθος. Στο πλήθος που νομίζετε ότι είναι όλο ίδιο.
Είμαστε οι άλλοι έλληνες και κρατάμε γερά και τα μαγειρέματά και τα καραγκιοζιλίκια σας, όσον αφορά εμάς, να τα βάλετε εκεί που ξέρετε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: