Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

ΕΡΕΥΝΑ ΟΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΣ..

Φίλοι με έχουν ρωτήσει αρκετές φορές πως ξεκίνησε η ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία του φανταστικού (της οποίας είμαι λάτρης από πολύ παλιά). Σκέφτηκα λοιπόν σήμερα να γράψω την άποψή μου γι΄αυτό που ονομάζουμε «κόσμο του φανταστικού»


Πως θα ήταν δυνατόν να μην μου αρέσει η επιστημονική (και μη ) φαντασία εφόσον έτσι μ΄εμαθαν να ζω?

Ολη τη ζωή όπως μου την εξήγησαν, οι απαντήσεις που μου έδωσαν στα πιο μεγάλα ερωτήματα, ανήκαν στη σφαίρα της φαντασίας. Κι αυτό όχι τυχαίοι άνθρωποι. Οι δάσκαλοί μου , η θρησκεία μου, οι συγγενείς, η πολιτεία η ίδια...


Στα τρία μεγάλα ερωτήματα της ύπαρξης κάθε απάντηση που μου δόθηκε ξεκίναγε από τη κλασική παραμυθένια φράση «μια φορά κι ένα καιρό»

Φράση που αυτόματα μ΄εβαζε στη θέση ότι θ΄ακούσω μια ιστορία
«μακρινή», «που έζησαν άλλοι», «που μεταφέρθηκε στους αιώνες από στόμα σε στόμα», «που δεν έχει γιατί και πως» αλλά που εγώ έπρεπε να τη πιστέψω. Γιατί αλλοιώς τι?... (σ΄αυτό το τι παίχτηκε όλο το παιχνίδι)


Η διαφορά μεταξύ των κλασσικών παραμυθιών και αυτής της ιστορίας είναι ότι τα μεν παραμύθια είχαν πάρει πιστοποιητικό ότι δεν είναι αληθή, ενώ η άλλη ιστορία ενώ είχε όλες τις προυποθέσεις να είναι ένα ακόμα καλό παραμύθι πήρε πιστοποίηση ότι είναι η απάντηση στα «πάντα». Ηταν ένα παραμύθι αγνώστου συγγραφέα που ο καθένας μπορούσε άνετα να βάλει όποια υπογραφή το βόλευε καλύτερα.


Μια φορά κι ένα καιρό λοιπόν η κοκινοσκουφίτσα πήγε στο δάσος....

Μια φορά κι ένα καιρό όμως ένας ασπρομάλης γέροντας πήρε λάσπη και νερό κι έφτιαξε ....το πατέρα μου και από το πλευρό του τη μάνα μου!

Στη πρώτη ιστορία ευτυχώς ήμουν αμέτοχη. Ούτε το λύκο γνώριζα, ούτε τη κοκινοσκουφίτσα.

Στη δεύτερη ιστορία όμως τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά. Γεννήθηκα , μεγάλωσα, οριοθετήθηκε όλη η ύπαρξή μου, στα όρια αυτής της ιστορίας.

Στην ιστορία αυτή ο Θεός αφού έφτιαξε τους γονείς μου, τους έβαλε σ΄ενα κήπο, τους έδωσε όλα τα καλά του κόσμου και τους είπε μόνο να μη φάνε ένα μήλο.

Εκείνοι δεν ξέρω για ποιό λόγο είχαν τέτοιο κόλλημα με το μήλο, απ΄οτι ξέρω μεσολάβησε κι ένα φίδι που τους έπεισε, φάγανε το μήλο κι αυτό ήταν το πρώτο αμάρτημα στην ιστορία.

Ο δημιουργός τους λοιπόν τους πέταξε έξω από το κήπο, καταράστηκε και τους δυο στους αιώνες των αιώνων και στη μητέρα μου είπε ότι θα με γεννήσει με πόνο στο δε πατέρα μου ότι θα φτύσει αίμα μέχρι να με μεγαλώσει.

Καθώς το θρίλερ (συγνώμη η ιστορία ήθελα να πω) προχωράει προστίθενται κι άλλα πολλά. Φόνοι, αιμομιξίες, σφαγές παιδιών, κατακλυσμοί, σεισμοί, λιμοί, αρρώστειες, γριές που γεννάνε, γέροι παιδόφιλοι, κι ότι βάζει ο νους του ανθρώπου.

Και δε σταματάει ούτε εκεί. Αφού η ζωή είχε προκαθοριστεί ότι θα είναι ένα τέτοιο μπουρδέλο, ούτε στο θάνατο δεν θα βρίσκε κανείς λύτρωση αφου αν στη ζωή δεν είχε υπακούσει σε συγκεκριμένες εντολές θα πέρναγε σ΄ενα τόπο που λέγεται κόλαση και θα τσουρουφλιζόταν στους αιώνες των αιώνων αμήν.

Αλλά ούτε κι εδώ σταματάει. Γιατί θαρχόταν μια μέρα που ζωντανοί και νεκροι (όπως ήταν εκείνη τη στιγμή, με μισές σάρκες, ή μόνο σκελετοί, η φρέσκοι σκουληκιασμένοι) θα ενωνόντουσαν με τους ζωντανούς κι εκεί θα έπεφτε το τελικό τσεκούρι.

Φυσικά στο ενδιάμεσο απ΄ολα αυτά υπήρχε η σωτηρία. Είχε σταλεί ο υιός του δημιουργού στη γη ο οποίος μας προειδοποίησε για όλα αυτά κι έτσι αμαρτία ουκ έχει κανείς πια, εκτός από τους αμετανόητους που θα συνεχίσουν να είναι ξεδιάντροπα βλάσφημοι έναντι του αρχικού σχεδίου.

Στους ξεδιάντροπα βλάσφημους έμαθα ότι ανήκουν όλοι εκείνοι που δεν πιστεύουν τα παραπάνω.

Ασχετα αν στη ζωή μου θα ήμου το πιο καλό παιδάκι του κόσμου, άσχετα αν δεν θα πείραζα μυρμήγκι, αν δεν πίστευα όλα τα παραπάνω, αν δεν τελούσα ορισμένα τελετουργικά, θα ψηνόμου αιώνια στη κόλαση.

Το φοβερώτερο απ΄ολα όμως ήταν ότι ολόκληρο το σύμπαν θα τσέκαρα αν πάσα στιγμή με διάφορους απεσταλμένους αν τηρούσα τις εντολές ή όχι.

Εκεί είναι που άρχισα να παθαίνω τη πρώτη κρίση πανικού.

Γιατί συνειδητοποίησα ότι δεν υπήρχε μέρος να κρυφτώ.

Δεν έφτανε που γεννήθηκα αμαρτωλή, χωρίς να έχω καταλάβει το γιατί, δεν φτάνει που από τα εκατό πράγματα που ένοιωθα να γεννιούνται μέσα μου, τα 99,9% είχαν χαρακτηριστεί από σιχαμερά έως ύψιστα αμαρτήματα, το χειρότερο απ΄ολα ήταν ότι δεν μπορούσα να κρυφτώ πουθενά!

Ακόμα και στη πιο μικρή γωνιά του σπιτιού με έβλεπε ... κάποιος (που εγώ δεν έβλεπα). Ακόμα και στην πιο ασήμαντη πράξη έπαιρνα βαθμολογία......

Οπως καταλαβαίνετε αυτό αυτόματα δημιουργεί, χωρίς δεύτερη κουβέντα, το λεγόμενο σύνδρομο καταδίωξης. Και με το δίκιο μου βέβαια.

Αφού δεν είχα τόπο να σταθώ χωρίς να υπάρχει από πάνω μου μια ανελέητη ράβδος που οποιαδήποτε στιγμή θα μου έλυωνε το κεφάλι, πως να μη φοβάμαι?

Φόβος λοιπόν το πρώτο δώρο που μου έκαναν σ΄αυτή τη ζωή.

Και πως θα μπορούσα να απαλύνω το μαρτύριο? Υπήρχε τρόπος. Ζητώντας συνέχεια συγνώμη....

Σύνδομο ενοχικό λοιπόν το δεύτερο δώρο.

Και πως ήταν ο καλύτερος τρόπος να ζητάω συγνώμη? Γονατιστή ψιθυρίζοντας ακατάπαυστα συγνώμη για το κάθε τι, με τη μούρη να κοιτάει το πάτωμα.

Ταπείνωση λοιπόν το τρίτο δώρο.

Η ιστορία όμως είχε μια πολύ περίεργη παράμετρο. Αυτά τα πράγματα ήμασταν υποχρεωμένοι όλοι να τα κάνουμε. Δηλαδή συγνωμη ζήταγα εγώ, συγνώμη κι σχιζοφρενής δολοφόνος της διπλανής μου πόρτας που είχε καθαρίσει καμμιά εκατοστή για τη πλάκα του. Και οι δύο ίδιοι στα μάτια του δημιουργού! Αλλά ήταν τόσο φιλευσπλαχνος που αν ζητούσε κι ο σήριαλ συγνώμη, συγχωρεμένος θα ήταν.

Οπότε πολύς κόσμος το πήρε αυτό γραμμή κι έτσι έκανε το αυτονόητο. Λήστευε, σκότωνε, αδικούσε, αμάρτανε όλη τη ζωή κι όταν έπερνε πρέφα ότι φτάνει το τέλος έλεγε...... sorry….δεν θα το ξανακάνω κι όλα καλά!

Αφού κατέληξα λοιπόν να τρώω και να σκέφτομαι μήπως κάποιο από τα φαγιά που έφαγα με βάζει στη μαύρη λίστα, αφού διασκέδαζα και σκεφτόμουν μήπως είναι πολύ ξεδιάντροπο αυτό που κάνω?, αφού έκανα έρωτα (συγνώμη αυτό δεν έπρεπε ούτε να το πω) κι έλεγα τώρα έχω φάει όλα τα μαρτύρια της κολάσεως στη μούρη......


Δεν άντεχα άλλο αυτό το πράγμα.


Ρώταγα με αγωνία όποιον έβρισκα μπροστά μου. Ρε παιδιά μήπως κάποιος κάνει λάθος? Μήπως μας έχουν δώσει λάθος πληροφορίες και παιδευόμαστε έτσι άδικα? Εχουμε τσεκάρει που είναι πρώτη πηγή? Εχει δει κανείς κάτι που να αποδεικνύει όλα αυτά που λέμε?

Με το που έλεγα τη λέξη «αποδεικνύει» πεταγόταν κάποιος από απέναντι και με βαθυστόχαστο ύφος μου έλεγε «πίστευε και μη ερεύνα»


Και τότε μου ήρθε στο μυαλο το εύλογο ερώτημα.

Ρε μπας κι η κοκινοσκουφίτσα είχε πάει όντως στο δάσος, μπας κι ο λύκος είχε ντυθεί γιαγιά και μπας και την έφαγε???
Και τότε πήρα τη μεγάλη απόφαση. Επειδή σαν άνθρωπος όντως μέσα μου πίστευα ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν είμαι «ικανή» να δω από μόνη μου και μόνο μερικοί εκλεκτοί μπορουσαν, κι εγώ ήμουν υποχρεωμένη απλά να πιστεύω......


Αποφάσισα να τα πιστεύω ΟΛΑ!!!!!

Αδαμ και Εύα? Ναι!

Βουδας Ναι! Κούδας ναι!

Εξωγήινοι, δαίμονες, τριβόλοι, σκιές, τέρατα, δρακονιανοί, άντρες με τα μαύρα, άντρες με τα κίτρινα, άντρες με τα κόκκινα ΣΕ ΟΛΑ ΝΑΙ!!!!!!!!

Και μπήκα σ΄αυτό που ονομάζουμε χάος.....


Τότε με μανία άρχισα ν΄αγοράζω παντός είδους βιβλία αρκεί να υπήρχε ένας γαργαλιστικός τίτλος

Αν μέσα στο τίτλο υπήρχε κάτι σαν

Απόκρυφο

Μυστήριο

Κρυμμένο

Σκεπασμένο

Μουλωχτό

Κάτι ξέρεις κάτι ξέρεις εσύ

Τότε βρισκόταν αμέσως στη βιβλιοθήκη μου.

Κι άρχισαν οι μεγάλες μάχες με τους πιστούς.


Μωυσή εσύ? Valis εγώ!

Σατανά εσύ? Κθούλου εγώ!

Αγγέλους εσύ? Λοιγκορ εγώ!

Σόδομα και γόμορα εσύ? Ελλάδα, Αθηνα, οδός Τρελαμενοπούλου εγώ.....


Και σ΄αυτό ακριβώς το σημείο υπάρχει η στροφή 180 μοιρών που κάποιο πρωινό ήρθε έτσι ξαφνικά, απρόσμενα στη ζωή μου.

Μέσα σ΄ολα αυτά τα άρρωστα, ένοιωσα την ανάγκη η ψυχή μου, το πνεύμα μου να εισπνεύσουν ΥΓΕΙΑ.....


Να σκαλίσω μέσα σ΄ολο αυτό το σκουπιδαριό και να βρω πότε, πως, που ο άνθρωπος δεν έπασχε από μανία καταδιώξεως, δεν προσκύναγε από το πρωί ως το βράδυ, δεν έλεγε εκατό φορές συγνώμη, δεν ήταν κατ΄ανάγκη αμαρτωλός , που ο άνθρωπος ζούσε με αρμονία με τη φύση του, με τη φύση γύρω του , με το σύμπαν, που κατοικούσε ο δικός μου Θεός...

Γιατί μέσα μου πίστευα σε πολλά

Που δεν ήταν βρώμικα, δεν ήταν τόσο μαύρα, τόσο θλιμένα....


Υπήρχε μια χαρά, ένας σεβασμός για τη ζωή, επιθυμίες που δεν ένοιωσε ποτέ ότι είναι αμαρτίες, πράξεις που δεν αδικούσαν κανέναν, τρόποι συμπεριφοράς που δεν πρόσβαλαν κανέναν άνθρωπο, μια δικαιοσύνη έμφυτη που με οδηγούσε στο να σέβομαι τους γύρω μου, να κατανοώ τα προβλήματά τους και να εκφράζω τα δικά μου σ΄εκείνους σαν συνάνθρωποι, σαν πλάσματα αγαπημένα ενός αγαπημένου θεού.

Δεν μπορούσα να ανεχτώ ότι τόσοι πολλοί διεφθαρμένοι είχαν το θράσος να δείχνουν με το δάχτυλο εμένα και να μου ζητάνε να τους προσκυνήσω κιόλας.

Τόση πολλή αδικία που μου μάτωνε τη ψυχή, αρκούσε να λες ένα συγνώμη σ΄ενα αόρατο τοίχο και να τη γλύτωνες έτσι φτηνά.

Ηθελα ένα κόσμο που εδώ και τώρα να ρυθμίζεται η αδικία. Εδώ και τώρα να υπάρχει συνείδηση του πολίτη για το δίκαιο και το άδικο, για το όμορφο και το άσχημο, για το αμαρτωλό ή όχι, και το δρόμο της αρετής να επιζητά κανείς εδώ για να τιμήσει αυτή τη ζωή κι οχι για να πάρει συγχωροχάρτι για κάποια άλλη που ακόμα δεν έχει γνωρίσει, δεν ξέρει καν αν υπάρχει...

Ηθελα εδώ τώρα οι άνθρωποι να φτιάξουν το δικό τους παράδεισο και να τρώνε όσα μήλα θέλουν. Γιατί στο κόσμο αυτό η γνώση του «περισσότερου» θα ήταν τιμή και όχι αμαρτία....


Κι έτσι τώρα, διαβάζω μανιωδώς ΜΟΝΟ επιστημονική φαντασία. Γιατί το χαίρομαι. Τη νοιώθω πιο ειλικρηνή από κάθε άλλο πονηρό βιβλιαράκι που περνιέται για θεόπνευστο.


Φυσικά τώρα πια διαβάζω και άλλα πολλά, και βαδίζω σε νέους δρόμους (και αρκετά παλιούς συγχρόνως) όμως δεν είναι ούτε ο τόπος ούτε ο χρόνος να το αναλύσω...


Εσείς απλά σκεφτείτε?

Μήπως πρέπει επι τέλους να δικαιωθεί και η κοκινοσκουφίτσα?

«Κι όπως είπε και κάποιος , η επιστημονική φαντασία ξεκίνησε από τότε που κάποιος γύρισε στο σπίτι του μετά από τρεις μέρες, κι όταν η γυναίκα του έξαλη τον ρώτησε που γύρναγες, εκείνος της είπε, συγνώμη μ΄είχε καταπιεί ένα ψάρι!!!!!»

ΥΣ 1. Ξέρω ότι αυτό το κείμενο από τους συνήθεις κολλημένους θα θερωρηθεί ένα ακόμα βλάσφημο κείμενο. Από δε τους άλλους τους πιο πονηρούς θα θεωρηθεί ένα ταπεινό περιορισμένης αντίληψης κείμενο. Γιατί ξέχασα να σας πω το κόλπο.

Αν δεν πιστεύεις σε όλα αυτά για τους ταπεινους και το ιερατείο βέβαια είσαι αμαρτωλός.

Για τους φιλοσοφημένους και ανεβασμένους πνευματικά που όμως κι εκείνοι στα ίδια μονοπάτια γυρνάνε συνέχει δεν έχεις καταλάβει ότι όλα αυτά ήταν συμβολικά κι άλλα ήθελαν να πουν.

Επειδή τυγχαίνει εγώ να είμαι βλάκας λέω να συνεχίσω να είμαι κι ο θεός ας με συγχωρέσει... αμήν.

ΥΣ.2. Η αγαπημένη μου φράση είναι «ερεύνα ότι πίστευες»

1 σχόλιο:

exoaptonkyklo είπε...

Αχ και να υπηρχαν πολλοι τετοιοι βλακες ακομη...
Τα σεβη μου.