Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2007

ΕΝΑ ΜΑΤΣΑΚΙ ΦΡΕΣΚΟΣ ΔΥΟΣΜΟΣ...

Τόση χειροπιαστή ήταν η ευτυχία που νοιώθω τύψεις για όσους δεν την ένοιωσαν.

Ημουν η μικρή βασίλισσα σ'ενα ονειρεμένο κόσμο. Το βασίλειό μου ήταν μια μικρή συνοικία γεμάτη αυλές σε μια Αθήνα που μοσχοβόλαγε γιασεμί και φρέσκο δυόσμο στα κεφτεδάκια τις Κυριακές..

Αυτά τα κεφτεδάκια της κυρα Ξένης της γειτόνισσας. Με σκονισμένα και γρατζουνισμένα τα γόνατα από το κυνηγητό και το κρυφτό, μόλις μύριζα το δυόσμο που ψηνόταν περίμενα πονηρά τη φωνή της " Βασούλα έλα απ'δω μια στιγμή" Κι έφτανε η στιγμή μου. Ετρεχα στην αυλή της γελώντας και βουταγα δυό κεφτέδες που ακόμα σήμερα δεν κατάφερα ποτέ να ξαναπετύχω τόσο άρωμα μαζί ανακατεμένο με τη χαρά θεού της κυριακής.

Και ναταν μόνο αυτό? Ηταν ο κυρ Λεωνίδας που είχε ένα κρασοπωλείο. Μερικά τραπεζάκια γεμάτα χρώματα από τα καρώ τραπεζομάντηλα , τρεις μεζέδες όλους κι όλους και βαρέλια που μύριζαν κρασί και με ζάλιζαν. Ολα τα πιτσιρίκια περνάγαμε απο κει να δώσουμε το παρόν. Γιατί απ το Λεωνίδα οι μανάδες μας αγόραζαν τ'αυγά που έφερνε κάθε βδομάδα απ το χωριό. Δεν ξέρω αν ήμουν πολύ τοσοδούλα και τ'αυγα φάνταζαν τόσο τεράστια στα μάτια μου τόσο λαμπερά ή αν τώρα πια έχουν θαμπώσει...

Ηταν ένα βασίλειο που ησύχαζε όλους τους φόβους μου. Πως να φοβηθώ αφού ήξερα ότι μόλις η μάνα μου ξεχναγε να πάρει ζάχαρη αναλάμβανα τη πολύ σοβαρή αποστολή να πάρω από τη κυρία Πόπη δίπλα μερικές μερίδες μέσα στο βαζάκι, έτσι για ναχουμε μέχρι τη δευτέρα που θ'ανοιγε πάλι το μπακάλικο. Η κυρα Πόπη μου δινε τη ζάχαρη και μια χούφτα καραμέλες έξτρα κι εγώ της παρέδινα περήφανα ένα κομμάτι παστίτσιο εκ μέρους της μεγάλης βασίλισσας της μάνας μου.

Ηταν όλες οι πόρτες ανοιχτές να μπαινοβγαίνω ελεύθερα σε κάθε σπίτι, να κάνω σκανδαλιές, ν'ακούω ιστορίες, να γεύομαι μεζεδάκια και ζαχαρωτά.
Πόσο πολύς κόσμος ήταν γύρω μου. Ηξερα τ'ονομά τους, τριγύριζα στις γιορτές του, κρυβόμουν πίσω από τους τοίχους κι άκουγα τους τσακωμούς τους...

Ηξερα πότε χαιρόντουσαν και πότε πονάγανε. Πότε γεννιόντουσαν και πότε πέθαιναν. Η φαντασία μου έφτιαχνε τρελλές ιστορίες για το καθένα. Κι οι εικόνες τους γέμιζαν τις πρώτες μουτζουρωμένες ζωγραφίες μου.

Ερχομαι από μια εποχή που ο έρωτας, η αρώστεια , ο θάνατος ήταν βιώματα όχι ανακοινώσεις. Τότε δεν τοχα καταλάβει. Πολύ αργότερα όταν βρέθηκαν σ'ενα μικρό διαμερισματάκι, μακριά από τους δικούς μου στο ισόγειο μιας απρόσωπης πολυκατοικίας, ένα βράδυ θυμήθηκα... Ηταν ένα βράδυ που νόμιζα ότι θα πέθαινα από μοναξιά. Κι άφησα ανοιχτή τη πόρτα του διαμερίσματος το βράδυ, μήπως και συμβεί να βρει κάποιος το σώμα μου να μη μείνω έτσι να σαπίζω ασήμαντη κι αγνοημένη.

Οταν με ρωτούν σε τι επάνω κράτησα έτσι πεισματικά τη ζωή μου ναχει ακόμα τόσο συναίσθημα τους απαντώ απλά, "σ'ενα ματσάκι φρέσκου δυόσμου".

4 σχόλια:

Stratos είπε...

Ειλικρινά νοιώθω πολύ τυχερός που πρόλαβα και πήρα μερικές τζούρες από αυτή τη "ζωή" αλλά και πολύ απογοητευμένος που τη χάσαμε.

V For Vasilis είπε...

Κι εγώ το ίδιο Στράτο. Είναι και το κείμενο βέβαια που σε στέλνει κανονικά...

vasiliskos είπε...

Προσπαθώ μερικές φορές να περιγράψω αυτές τις εικόνες στα παιδιά μου. Μετά πάλι μου τη δίνει ακόμα χειρότερα όταν συνειδητοποιώ ότι το μόνο που μπορώ να τους δώσω είναι περιγραφές..

aerosol είπε...

Τα βιώματα δεν μεταφέρονται.
Μα και οι περιγραφές με ταξίδεψαν.